Ματωμένη Αδελφότης – Κική Κωνσταντίνου

Ο διαπεραστικός ήχος μιας ντουφεκιάς τον ξύπνησε.
 Έντρομος
πετάχτηκε από το κρεβάτι και πιάνοντας με την παλάμη το μέτωπό του διαπίστωσε
πως κρύος ιδρώτας έσταζε από το πρόσωπό του.
Έβλεπε κι εκείνο το απαίσιο όνειρο σκέφτηκε πριν
ακούσει και τον δεύτερο πυροβολισμό. Κι έπειτα ακολούθησε και τρίτος!
«Θεέ μου» φώναξε δυνατά!
«Τί μπορεί να συμβαίνει μέσα στη νύχτα;»
αναρωτήθηκε.
Με μια σπασμωδική κίνηση του χεριού του έφερε το
ξυπνητήρι εμπρός του.
Πάγωσε όταν διαπίστωσε πως η ώρα ήταν 3 το ξημέρωμα.
Κοκάλωσε στη σκέψη πως οι πυροβολισμοί
προέρχονταν από την αποθήκη του σπιτιού του.
«Θα έκανα λάθος! Δε μπορεί! Δε μπορεί να
ακούστηκαν από εκεί οι πυροβολισμοί!» συλλογιζόταν φωναχτά με τραυλή φωνή τη
στιγμή που ντυνόταν σκεπτόμενος το τι πρέπει να κάνει από δω και πέρα.
 «Ποιός
και γιατί; Κλέφτες; Να μπήκαν κλέφτες;» συνέχισε ο τραυλός μονόλογος και ξάφνου
το βλέμμα του αγρίεψε.
Κατευθύνθηκε στο γραφείο του. Προσπέρασε τη
βιβλιοθήκη που κοσμούσαν χιλιάδες βιβλία και βρέθηκε έξω από ένα μεγάλο
ντουλάπι που έμοιαζε σαν αυτά που τακτοποιούν οι νοικοκυρές τα χαλιά τους.
Το άνοιξε βιαστικά!
Ένα δίκαννο χρώματος καφέ έκανε την εμφάνισή
του!
Το άρπαξε ευθύς και ο τρόπος που το έσφιξε
προμήνυε πως συσσωρευμένος φόβος και οργή ήταν έτοιμα να κάνουν το ξέσπασμά
τους.
Με γοργά προσεκτικά βήματα βρέθηκε έξω από την
πέτρινη αποθήκη.
Άκουσε θόρυβο!
Ήταν σίγουρος πως άκουσε θόρυβο!
Μια μικρή λάμπα που αναβόσβηνε του το
επιβεβαίωσε.
Με τη πλάτη στο τοίχο και σχεδόν σερνόμενος
κατευθύνθηκε προς το μικρό παραθυράκι που κοσμούσε  τη δεξιά πλευρά της αποθήκης.
Προσεκτικά και με βλέμμα γεμάτο φόβο κοίταξε από
το παράθυρο. Έπρεπε να δει τουλάχιστον με πόσους θα ερχόταν αντιμέτωπος και
πόσο βαριά οπλισμένοι ήταν.
Διεστάλη η κόρη του ματιού του όταν αντίκρισε τα
όσα διαδραματίζονταν εντός της αποθήκης.
«Όχι ρε γαμώτο μου» Φώναξε δυνατά και
αναστατωμένος καθώς ήταν έπιασε το κεφάλι του σα να ήταν έρμαιο ενός δυνατού
πονοκέφαλου.
Κατευθείαν εισέβαλλε στην αποθήκη!
Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με του ανθρώπου που
στεκόταν όρθιος μπροστά του.
Το ματωμένο του πουκάμισο
μαρτυρούσε πως πιθανό να ήταν δολοφόνος.
Κοίταξε τριγύρω με εξονυχιστική ματιά τους
τοίχους. Υπήρχαν αίματα! Παντού αίματα!
Στους τοίχους αίματα!
          Στα εργαλεία αίματα!
          Στο πέτρινο δάπεδο αίματα!
          Στο τσουβάλι με
το αλεύρι αίματα!
          Μα το χειρότερο όλων ήταν το άψυχο
σώμα του επιστάτη τους που πλαισιωνόταν από μια λίμνη αίματος.
          «Τί έκανες ρε; Τί πήγες και έκανες ρε
αλήτη;» Ούρλιαξε πιάνοντας τον αδερφό του από τους γιακάδες του πουκαμίσου.
          «Γιατί ρε κωλόπαιδο; Γιατί;» Κραύγασε
με δάκρυα να βρέχουν το πρόσωπό του.
          «Του άξιζε! Σε όποιον μου εναντιώνεται
αυτά αξίζουν!» Ακούστηκε μια απάνθρωπη σκληρή φωνή που συνοδευόταν από ένα κενό
βλέμμα μιας άδειας ψυχής.
          «Καθίκι!» Φώναξε δυνατά και δίνοντάς
του ένα δυνατό χαστούκι δάκρυσε ξανά.
Ο
κενός άντρας τον κοίταξε με θολό βλέμμα.
          «Ξέρεις τώρα… Η αδελφική αφοσίωση πρέπει να δράσει», τον χλεύασε.
          Ο άκαρδος άνδρας άναψε τσιγάρο και με
χαμόγελο ειρωνικό αποχώρησε από την αποθήκη.
          Ο άλλος έμεινε εκεί να τον βλέπει να
απομακρύνεται από κοντά του.
Μέσα σε λίγα λεπτά κατέρρευσε.
Σπαρακτικός θρήνος διαπέρασε τα πέρατα της γης…

kikh

ΕΝΤΡΟΠΙΑ

vasdrag vasdrag
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση