Ένα Καλύτερο Αύριο – Κική Κωνσταντίνου

              
« Δε ξέρω τι είναι αυτό που θα κάνει καλύτερη την αυριανή μου ημέρα, ξέρω όμως πως
το αύριο δεν είναι μονάχα αυτό που ξημερώνει το επόμενο πρωινό. Ξέρω πως είναι
αυτό που θα συνεχίσει να υπάρχει για πολύ καιρό ακόμη, όμως ειλικρινά δεν έχω
καταλάβει τι ακριβώς μπορεί να είναι το καλύτερο αύριο.
           
Η δασκάλα, μας είπε στο σχολείο πως για ένα καλύτερο αύριο πρέπει να παλέψουν
πολλοί άνθρωποι συγχρόνως. Μας είπε επίσης πως το κάθε αύριο πρέπει να
εξελίσσεται προς το καλύτερο και όχι να μένει στάσιμο ή ακόμη χειρότερα να
γίνεται ακόμη πιο  άσχημο από το σήμερα αλλά η αλήθεια είναι πως δε κατάλαβα
τι ακριβώς εννοούσε. Θα μπορούσα βέβαια να είχα ζητήσει διευκρίνηση όμως δε το
έκανα γιατί κόντευε να χτυπήσει το κουδούνι για διάλλειμα και η αλήθεια είναι
πως πεινούσα πολύ για να ζητήσω επεξήγηση σε ένα τέτοιο θέμα, ένα θέμα τόσο
δυσνόητο για εμένα.
           
Μου αρέσει πολύ να γράφω εκθέσεις, άλλωστε το ξέρεις αυτό, όμως ειδικά σήμερα,
με το συγκεκριμένο θέμα έχω δυσκολευτεί πάρα πολύ. Νομίζω πως η δασκάλα μας
διάλεξε να βάλει ως έκθεση ένα πολύ δύσκολο θέμα και το πιο άσχημο απ’ όλα
είναι πως η έκθεση θα παραδοθεί αύριο και εγώ δε ξέρω τι να γράψω. Σκέφτομαι
πολλά μέσα στο μυαλό μου αλλά δε ξέρω αν είναι σωστά κι αν θα αρέσουν στη
δασκάλα.
           
Να…, φοβάμαι μήπως το δικό μου καλύτερο «αύριο» δε συμβαδίζει με αυτό της
δασκάλας και θεωρήσει την έκθεσή μου αποτυχημένη.
           
Βέβαια η κυρία Ματίνα είναι πολύ καλή δασκάλα. Είναι πολύ όμορφη και πάντα
χαμογελαστή όμως τις τελευταίες ημέρες μας μιλάει πάντα στη τάξη για ένα
καλύτερο μέλλον που μας περιμένει εκεί  έξω αλλά γι αυτό χρειάζεται καθημερινά
να δίνουν διάφορες μάχες πολλοί συνάνθρωποί μας. Πάνω σε μια τέτοια συζήτηση
λοιπόν πριν από τρεις ημέρες ακριβώς σκέφτηκε να μας βάλει αυτό το θέμα έκθεσης
και επειδή ήταν δύσκολο για την ηλικία μας, είπε να ζητήσουμε και τη βοήθεια
των γονιών ή των μεγαλύτερων αδερφών μας αλλά εγώ δεν έχω αδέρφια…. Γονείς
βέβαια έχω αλλά λείπουν συνέχεια από το σπίτι και κάθε φορά που τους ζητούσα να
μη βοηθήσουν με την έκθεση μου έλεγαν όλο αύριο και αύριο και τελικά αύριο
παραδίδω την εργασία μου και δε με έχουν βοηθήσει καθόλου ακόμα.
           
Είναι να μη θυμώνεις με τέτοιους γονείς;
           
Εγώ πάλι δε θυμώνω πια… Τους έμαθα πλέον, ίσως γι’ αυτό…
           
Δουλεύουν πολλές ώρες και το βράδυ που γυρνάνε κουρασμένοι σπίτι όσο και να
θέλω να τους παραπονεθώ δε το κάνω γιατί τους αγαπάω και δε θέλω να τους
κουράσω περισσότερο.
           
Σκέφτηκα να ρωτήσω τη γιαγιά Μαρία που με μεγαλώνει από μωρό, να μου πει λίγα
λόγια για το θέμα της έκθεσης αλλά είναι κι αυτή μονίμως κουρασμένη μιας και
που όπως λέει συχνά κουράζεται για να μεγαλώσει και τους τρεις μας, δηλαδή
εμένα, τη μαμά και το μπαμπά.
           
Ναι, έτσι λέει και έτσι είναι! Στην ουσία και τους τρεις μας μεγαλώνει αφού
αυτή μαγειρεύει, αυτή κάνει δουλειές στο σπίτι μας και γενικώς αυτή μας φροντίζει
και τους τρεις.
           
Περίεργο δεν είναι αυτό; Ίσως να είναι και αστείο, αλλά έτσι είναι! Οι γονείς
μου δουλεύουν τόσο πολύ καθημερινά που απορώ κι εγώ τι θα έκαναν αν δεν υπήρχε
η γιαγιά Μαρία να μας φροντίζει.
           
Λοιπόν σε αφήνω τώρα γιατί ακούω τα κλειδιά της πόρτας, μάλλον γύρισαν οι
γονείς μου που σημαίνει πως είναι ώρα για φαγητό, οπότε πάω να πλύνω τα
χέρια  μου, να φάω και να τους ζητήσω για άλλη μια φορά να με βοηθήσουν με
την έκθεση.
           
Θα σε δω σε λίγο…
Τώρα εσύ
κοιμήσου να ξεκουραστείς. »
Το μικρό κοριτσάκι αφού φίλησε στο μάγουλο τη μεγάλη πορσελάνινη ξανθιά,
γαλανομάτα και ασπροφορεμένη κούκλα, την έβαλε στο κρεβάτι, τη σκέπασε
με το σεντόνι και φεύγοντας έκλεισε το φως του δωματίου της, αφήνοντας την να «κοιμηθεί».
–         Μαμά,
μπαμπά! Φώναξε καθώς έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά των γονιών
του που μόλις είχαν επιστρέψει από τη δουλειά και έδειχναν χλωμοί και
εξουθενωμένοι.
–         Ήσυχα
μωρό μου, είπε με σιγανή φωνή η μητέρα της η Σεβαστή και με μία απαλή κίνηση
παραγκώνισε τη κόρη της για να κατευθυνθεί στο ψυγείο και να πιει νερό.
Το κοριτσάκι,
απτόητο έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά του μπαμπά της Αριστείδη, ο οποίος έντονα
καταβεβλημένος αρκέστηκε σε μια σχεδόν ψυχρή αγκαλιά και κατευθύνθηκε προς τη
τουαλέτα.
–         Τι
έχει ο μπαμπάς; Ρώτησε όλο απορία μα και θυμό συνάμα.
–       Τίποτα
μωρό μου. Η κούραση του προκάλεσε έντονο πονοκέφαλο, απάντησε η μητέρα της.
–         Θα
περάσει; Αποφάνθηκε με αγωνία.
–         Φυσικά
και θα περάσει! Έλα δω να σε πάρω μια αγκαλιά και στη συνέχεια πήγαινε να
πλύνεις τα χέρια σου για να φάμε. Μέχρι  να γυρίσεις θα στρώσω το τραπέζι
και θα ξυπνήσω και τη γιαγιά σου που κοιμάται μέσα. Τόνισε με ένα αστραφτερό
χαμόγελο, θέλοντας να κρύψει τη κούραση 
άλλης μιας δύσκολης  ημέρας.
–         Και
η έκθεση; Ρώτησε με βλέμμα όλο παράπονο.
–         Ποιά
έκθεση γλυκιά μου; Αναρωτήθηκε πίνοντας κι άλλο νερό η Σεβαστή.
–         Τι
ποιά έκθεση μαμά; Η έκθεση που εδώ και δυο μέρες σε παρακαλώ συνέχεια να με
βοηθήσεις να γράψουμε. Τόνισε με σπινθηροβόλο βλέμμα η μικρή.
–         Α
ναι… με συγχωρείς που το ξέχασα. Είχα δύσκολη μέρα σήμερα και…
–         Μα
εσύ πάντα έχεις δύσκολη μέρα, τη διέκοψε με έντονη φωνή.
–         Λογικό.
Αφού δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μη σου λείψει τίποτα. Αποκρίθηκε
φανερά εκνευρισμένη.
–         Ναι
καλά! Όλο τα ίδια μου λέτε! Και εσύ και ο μπαμπάς μου λέτε συνέχεια τα ίδια
πράγματα. Όλο μου λέτε πως δουλεύετε τόσες ώρες για να μη μου λείψει τίποτα
και στην ουσία μου λείπει το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου, δηλαδή εσείς και
οι αγκαλιές σας.
–         Μαριτίνα
τι είναι αυτά που λες; Δε ντρέπεσαι να αυθαδιάζεις στη μητέρα σου; Τη μάλωσε η Σεβαστή με ένα παράξενο και ακαταλαβίστικο ύφος.
–         Όχι
δε ντρέπομαι γι’ αυτό! Ντρέπομαι μονάχα που όλες μου οι φίλες έχουν γράψει την
έκθεσή τους μαζί με τους γονείς τους κι εγώ δεν έχω γράψει τίποτα παρόλο που
σας παρακαλάω δυο ημέρες τώρα.
–         Τι
φωνές είναι αυτές; Ρώτησε με αυστηρό ύφος ο Αριστείδης που μόλις επέστρεψε στη
κουζίνα.
–         Εδώ
η κόρη σου μας κάνει κήρυγμα που δουλεύουμε τόσες ώρες για να μη της λείψει
τίποτα και βγάζει και γλώσσα στη μητέρα της επειδή ξέχασε την έκθεση που πρέπει
να γράψει για το σχολείο της.
–         Σας
το έχω πει εδώ και δυο μέρες και σήμερα είναι η τρίτη μέρα και σας το είπα ξανά
το πρωί πριν φύγετε για τη δουλειά, αλλά εσείς όπως πάντα είστε απών από τη ζωή
μου! Φώναξε με όλη τη δύναμη της ψυχής της η μικρή Μαριτίνα.
Εκείνη τη
στιγμή ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε και όλοι τους έμειναν ακίνητοι στη
θέση τους για λίγα δευτερόλεπτα.
Η Σεβαστή
ανοιγόκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να πιστέψει πως αυτό που είδε δε συνέβη
ποτέ.
Ο Αριστείδης
με γουρλωμένα μάτια κοίταξε το χέρι του που με μανία μόλις είχε χαστουκίσει
δυνατά τη κόρη του.
Τα κόκκινα
μάτια της μικρής ανοιγόκλεισαν και «ελευθέρωσαν» τα δάκρυα που είχαν
συσσωρευτεί μέσα τους, αφήνοντάς τα να κυλήσουν ανέμελα στο πρόσωπό της.
–         Αν
ξανασηκώσεις χέρι στο παιδί και μάλιστα για τέτοιο λόγο θα ξεχάσω την ηλικία
και το μπόι σου και θα στις «βρέξω» πάλι με τη βρεγμένη σανίδα που στις
«έβρεχα» όταν ήσουνα μικρός και χτυπούσες τα άλλα παιδάκια. Κατάλαβες; Είπε με
δυνατή φωνή η γιαγιά Μαρία που εκείνη τη στιγμή έμπαινε στη κουζίνα και είδε το
όλο σκηνικό.
–         Με
συγχωρείς, πρόφερε μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που  μόλις έκανε και
κατευθύνθηκε προς τη Μαριτίνα με ανοιχτά τα χέρια για να την αγκαλιάσει.
–          Σε
μισώ! Είσαι ο χειρότερος μπαμπάς του κόσμου! Και συ η χειρότερη μαμά του
κόσμου! Σας μισώ και τους δυο! Φώναξε με φωνή που είχε λυγίσει από πόνο ψυχής
και έτρεξε στο δωμάτιό της για να κλάψει.
–         Τα
έκανα μαντάρα ε; Αναρωτήθηκε ο Αριστείδης ξεφυσώντας και κάθισε στη καρέκλα σα
να ήθελε να αποκοιμηθεί και να ξεχάσει.
–         Έλα…
δε πειράζει… θα της εξηγήσουμε και θα της περάσει, τόνισε η Σεβαστή που μόλις
είχε αρχίσει να τρίβει ελαφρά τις πλάτες του άντρα της.
–         Τι
θα της περάσει μωρέ τι λέτε; Καταλάβατε τι κάνετε στο παιδί με αυτή σας τη
συμπεριφορά; Τόνισε με εξαγριωμένη φωνή και βλέμμα η γιαγιά Μαρία.
–         Εντάξει
μητέρα σα γονείς κάνουμε και εμείς λάθη! Είπε ξεφυσώντας ο Αριστείδης.
–         Λογικό!
Όλοι κάνουμε λάθη! Και εγώ σα μητέρα έκανα πολλά λάθη αλλά για θυμήσου λίγο
πόσο σου στοίχιζαν εσένα τότε τα λάθη μου; Τον προκάλεσε ένθερμα.
–         Εντάξει
ρε μάνα έχεις δίκιο το ξέρω! Απλά είχα τα νεύρα μου λόγω της δουλειάς και
ξέσπασα στο παιδί.
–         Και
ξέσπασες στο παιδί; Δε ντρέπεσαι; Το παραδέχεσαι κιόλας; Ντροπή σου! Φώναξε
εξαγριωμένα.
–         Μητέρα
εμείς… πρόλαβε να προφέρει η Σεβαστή.
–         Εσύ
μη μιλάς! Εσύ σα μάνα της θα έπρεπε να έπρεπε να έλεγες αυτά που λέω τώρα εγώ
στο γιο μου κι αντί αυτού εσύ κάθεσαι και του χαϊδεύεις τις πλάτες. Τι να σου
πω και σένα! Καλό κουμάσι είσαι και εσύ! Αποφάνθηκε για άλλη μια φορά η
θυμωμένη γιαγιά Μαρία.
–         Σε
παρακαλώ πάρα πολύ μητέρα πήγαινε στη κάμαρά σου και άσε μας εμάς να μιλήσουμε
στη κόρη μας. Έσφαλα και θα το διορθώσω. Είπε ο Αριστείδης με ήρεμη φωνή και
μετανιωμένο βλέμμα.
–         Το
καλό που σας θέλω! Είπε η γιαγιά με άγριο βλέμμα και κατευθύνθηκε μονολογώντας
προς τη κάμαρά της.
–         Πώς
μπόρεσα και το έκανα αυτό; Ρώτησε τη γυναίκα του και παράλληλα έσκυψε το κεφάλι
του.
–         Η
πίεση της δουλειάς φταίει αγάπη μου. Όταν οι ώρες εργασίας αυξάνονται και ο
μισθός μειώνεται είναι λογικό να εξοργίζεσαι και να ξεσπάς σε λάθος άτομα με
λάθος τρόπο. Θα της εξηγήσουμε και θα καταλάβει. Υποστήριξε με γλυκιά φωνή και
γλυκό χαμόγελο.
–         Μακάρι
να καταλάβει. Πάω να της εξηγήσω.
–         Άσ’
το αγάπη μου, καλύτερα να πάω εγώ. Εσένα δε θα θέλει να σε ακούσει. Ίσως με
εμένα να είναι καλύτερα.
–     Εγώ
τα έκανα «θάλασσα» και εγώ πρέπει να
τα διορθώσω! Εσύ κάθισε εδώ να ετοιμάσεις τραπέζι, ξεκουράσου και σε
λίγο θα
έρθουμε μαζί με τη Μαριτίνα να φάμε. Θα καταλάβει νομίζω, δε θα
καταλάβει; Ρώτησε κοιτάζοντας τη γυναίκα του κατάματα χωρίς να
διαπιστώσει πως ήδη κουνούσε τις πλάτες του ως ένδειξη δυσπιστίας….

   O Αριστείδης
φανερά προβληματισμένος κατευθύνθηκε γοργά προς το δωμάτιο της μικρής του
κόρης. Φτάνοντας έξω από τη πόρτα του δωματίου της, χτύπησε απαλά τη πόρτα της
μικρής και με γλυκιά, μετανιωμένη φωνή της ζήτησε να ανοίξει.
                  Αν και στην αρχή δεν έλαβε
απάντηση, όπως ήταν και αναμενόμενο μιας και η μικρή είχε θυμώσει πολύ, ύστερα
από μερικά λεπτά ακούστηκε η γλυκιά ψιλή φωνή της να τον καλεί να
περάσει στα ενδότερα.
                  Ο Αριστείδης πέρασε μέσα και
προχώρησε κοντά της με αμήχανο βηματισμό και ελαφρά παγωμένο χαμόγελο που
φανέρωνε πόσο μετανιωμένος ήταν για αυτό που μόλις είχε συμβεί.
                  Η μικρή Μαριτίνα, που καθόταν
στο κρεβάτι αγκαλιά με την αγαπημένη της κούκλα κατάλαβε πως ο μπαμπάς της είχε
μετανιώσει αλλά δεν ήθελε ακόμη να του δείξει πως ήταν πρόθυμη να τον
συγχωρέσει τόσο εύκολα.
                  – Μαριτίνα μου σκεφτόμουνα να
σου πω ένα σωρό όμορφα λόγια και να σου υποσχεθώ ένα σωρό όμορφα πράγματα ότι
θα σου αγοράσω για να με συγχωρέσεις αλλά επειδή ξέρω πως αυτό είναι λάθος δε
θα το κάνω και θα σου πω με λίγα λόγια όλα όσα νιώθω για αυτό που έκανα πριν
από λίγο και δε θέλω καν να σκέφτομαι. Είπε κάπως αμήχανα τη στιγμή που κάθισε στο κρεβάτι,
δίπλα της, κάνοντας τη μικρή να τον κοιτάξει με ορθάνοιχτα μάτια και κουνώντας
καταφατικά το πρόσωπό της να του δώσει το έναυσμα για να ξεκινήσει να της πει
όλα όσα ήθελε.
                  –  Υπάρχουν κάποιες φορές κοριτσάκι μου που
εμείς οι άνθρωποι ενώ ξέρουμε πως είναι λάθος να ξεσπάσουμε τα νεύρα και το
άγχος που μας προκαλεί η σκληρή 
καθημερινότητα στους αγαπημένους μας ανθρώπους, το κάνουμε επειδή ως
άνθρωποι είμαστε επιρρεπείς σε λάθη και σε ένα τέτοιο λάθος υπέπεσα και εγώ
σήμερα. Δεν είμαι πολύ καλός στο να αναλύω τα συναισθήματά μου αλλά θέλω να
ξέρεις πως μετάνιωσα πολύ για την απρεπή συμπεριφορά μου. Δεν έφταιγες εσύ,
έφταιγε η πολύωρη σκληρή δουλειά και το άγχος του μη σταθερού εργασιακού
περιβάλλοντος.
                  – Τι είναι μπαμπά το μη
σταθερό εργασιακό περιβάλλον; Ρώτησε με μάτια ορθάνοιχτα από την απορία το
μικρό κοριτσάκι τη στιγμή που ακούμπησε τη κούκλα της πάνω στο κρεβάτι.
                  – Είναι ο κίνδυνος από τη μια
στιγμή στην άλλη να βρεθείς χωρίς δουλειά και άρα χωρίς χρήματα.
                  – Δηλαδή αυτό έπαθε και ο
κύριος Μανώλης, ο μπαμπάς της Νεφέλης που καθόμαστε στο ίδιο θρανίο;
                  – Ακριβώς κοπέλα μου. Το ίδιο
μπορεί να συμβεί στον καθέναν μας.
                  – Και είναι πολύ κακό αυτό
μπαμπά ε; Ειδικά αν κρίνω από τη Νεφέλη που οι γονείς της εδώ και λίγους μήνες
δε τις αγοράζουν τα απαραίτητα σχολικά είδη που ζητάει τακτικά η δασκάλα μας.
                  – Είναι πολύ οδυνηρό να χάνεις
τη δουλειά σου από τη μια στιγμή στην άλλη και να μη μπορείς να προσφέρεις στην
οικογένειά σου όλα όσα τους προσέφερες στο παρελθόν.
                  – Κινδυνεύεις και εσύ να
χάσεις τη δουλειά σου; Ρώτησε στενάχωρα.
                  – Αν και δε θέλω να σε
στεναχωρώ γιατί τα μικρά παιδιά σαν εσένα πρέπει να είναι πάντοτε ξένοιαστα,
χαρούμενα και δίχως έγνοιες πρέπει να σου πω την  αλήθεια και η αλήθεια είναι πως θα φροντίσω
να μη σου λείψει τίποτα ακόμα κι αν χρειαστεί να δουλεύω όλο το 24ωρο.
                  – Και τότε πότε θα σε βλέπω
μπαμπά; Ρώτησε έντρομη η μικρή.
                  – Μην ανησυχείς κοπέλα μου. Μεταφορικά
το είπα για να σου δείξω πόσο διατεθειμένος είμαι να κάνω τα πάντα για να μη
σου λείψει τίποτα. Ξέρω πως έκανα λάθος σήμερα και το μόνο που μπορώ να κάνω
είναι να σου ζητήσω να με συγχωρέσεις και να ξέρεις πως εγώ θα κάνω τα πάντα
για να είσαι ευτυχισμένη.
                  – Μα εγώ δε θέλω πολλά για να
είμαι ευτυχισμένη. Το μόνο που θέλω είναι να σας βλέπω λίγο περισσότερο και να
με βοηθάτε στα μαθήματά μου ή όπου αλλού σας χρειάζομαι.
                  Ο Αριστείδης δεν απάντησε.
Άπλωσε τα χέρια του και έκλεισε ευλαβικά στην 
αγκαλιά την αγαπημένη του κόρη. Τη φίλησε απαλά στο μέτωπό της και της
υποσχέθηκε πως δε πρόκειται ποτε ξανά να επιτρέψει στον εαυτό του να παρασυρθεί
και να φερθεί τόσο άσχημα όσο της φέρθηκε προηγουμένως.
                  – Έλα τώρα να πάμε να φάμε το
φαγητό που έφτιαξε η γιαγιά σου και μόλις ξεκουραστούμε λίγο σου υπόσχομαι πως
θα καθίσουμε όλοι μαζι οικογενειακώς να σε βοηθήσουμε στην έκθεσή σου! Δε ξέρω
αν θα είναι η καλύτερη έκθεση αλλά θα κάνουμε τα πάντα για να είναι αληθινή και
βγαλμένη μέσα από τη δική μας ζωή.
                  Η
μικρή Μαριτίνα, άπλωσε στοργικά το χέρι του μπαμπά της και κατευθύνθηκαν γοργά
προς τη κουζίνα. Η γιαγιά Μαρία και η μητέρα της ήταν ήδη εκεί και τους
περίμεναν για να δειπνήσουν.
                  Μετά
το ευχάριστο οικογενειακό
δείπνο, η γιαγιά Μαρία ανέλαβε να πλύνει τα πιάτα και να συγυρίσει τη
κουζίνα, ενώ η Σεβαστή μαζί με τον Αριστείδη και τη μικρή τους κόρη
κατευθυνθήκαν στο
δωμάτιο της τελευταίας για να γράψουν όλοι μαζι την έκθεση που έπρεπε να
είχαν
ήδη τελειοποιήσει εδώ και μέρες.
                  – Θύμησέ μας το θέμα της έκθεσης
για να μπορέσουμε να σε βοηθήσουμε. Είπε ο πατέρας της μικρής.
                  – Το θέμα που μας ανέθεσε η
δασκάλα έχει το τίτλο «Ένα καλύτερο αύριο» και μας είπε πως πρέπει να
διαπραγματεύεται το καλύτερο αύριο που επιζητούν καθημερινά τόσοι συνάνθρωποί
μας στο Σύνταγμα και στη σκληρή καθημερινότητα που καλούνται να αντιμετωπίζουν.
                  – Δύσκολο θέμα, τόνισε με
σπινθηροβόλο βλέμμα η Σεβαστή εισπράττοντας τη καταφατική κίνηση του κεφαλιού
του άντρας της, με την οποία έδειχνε πως συμφωνούσε απόλυτα μαζί της.
                  – Ναι μαμά, πράγματι! Γι’ αυτό
κιόλας είπε να ζητήσουμε τη βοήθειά σας, αλλά είπε επίσης η έκθεση να μην είναι
ένα προϊόν αποκλειστικά των γονιών μας. Εσείς δηλαδή απλά να μας βοηθήσετε και
όχι να μας καθοδηγήσετε. Αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια της κυρίας Ματίνας. Ανέφερε
προβληματισμένα η μικρή.
                  – Πόσες σελίδες χρειάζεται να
είναι η έκθεσή σας; Ρώτησε με ενδιαφέρον ο μπαμπάς της.
                  – Μας είπε πως το συγκεκριμένο
θέμα δε χρειάζεται πολύ ανάλυση, χρειάζονται λίγα λόγια και καλά σα τις πράξεις
που πρέπει να γίνουν για ένα καλύτερο αύριο όλων μας. Απάντησε η μικρή.
                  Οι γονείς της μικρης
αλληλοκοιτάχθηκαν προσπαθώντας να σκεφτούν το τρόπο που θα έπρεπε να ξεκινήσουν
την έκθεση της μικρής αλλά ανακάλυψαν πως τελικά αυτό το θέμα ήταν αρκετά
δύσκολο παρόλο που ακουγόταν αρκετά εύκολο. Συγκεκριμένα, ποτέ δε περίμεναν ότι
θα τους παίδευε τόσο πολύ ένα θέμα έκθεσης δημοτικού σχολείου.       
Το
συγκεκριμένο βέβαια θέμα ήταν από τη φύση του δύσκολο αλλά τη συγκεκριμένη
εποχή που τόσοι συνάνθρωποί τους αγωνίζονταν καθημερινά για ένα καλύτερο αύριο
θα έπρεπε ήδη να είχαν ξεκινήσει να αναπτύσσουν τις ιδέες τους.
Κι όμως ήταν
σα κάτι να τους συγκρατούσε. Σα να ήξεραν ποιό είναι το καλύτερο αύριο που τόσο
πολύ ποθούσαν και εκείνοι αλλά για διάφορους λόγους απέφευγαν να το αναλύσουν.
 Ίσως ο κυριότερος λόγος που απέφευγαν την
ανάλυσή του να ήταν το ότι δε πίστευαν πως θα έρθει αυτό το καλύτερο αύριο που
με τόσο πάθος επιζητούσαν και γι’ αυτό το λόγο δε θα έπρεπε να γεμίζουν το
παιδί τους με ψεύτικες ιδέες.

– Τι είναι για
σένα το καλύτερο αύριο; Ρώτησε τη μικρή ο Αριστείδης θέλοντας να σπάσει τη
σιγή που επικρατούσε στο δωμάτιο.
                  – Για μένα ένα καλύτερο αύριο
είναι η μέρα που θα ξημερώσει και θα είστε και οι δυο σας εδώ από το πρωί μέχρι
το βράδυ και θέλω αυτή η μέρα να μην είναι η Κυριακή γιατί μόνο τότε σας έχω κοντά μου όλη μέρα και αυτό όχι πάντα.
 
               Τα μάτια της μικρής κοιταξαν βαθιά τα πρόσωπα των γονιών
της και προσπάθησε να καταλάβει τι ήταν αυτό το συναίσθημα που της
έβγαζαν τα υγρά τους μάτια.
                Ήταν μικρη για να
καταλάβει την ενοχή που ανέβλυζε απο τη ψυχή τους μα ήταν αρκετά μεγάλη
για να καταλάβει πως ήταν ήδη συγκινημένοι και λυπημένοι που δήλωσαν
συχνά απών στη ζωή της.
                  Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα
και κανένας τους δε μιλούσε. Ήταν φανερό πως κανένας δε προσπαθούσε να σκεφτεί ποιά θα έπρεπε
να είναι η εισαγωγή μιας τέτοιας έκθεσης γιατί σκεφτόντουσαν ακόμη τα λόγια της μικρής.
                  Η
μικρή Μαριτίνα παρατηρούσε
τους γονείς της να σκέπτονται έντονα, μα να παραμένουν σιωπηροί δίχως να
μπορούν να ξεκινήσουν εύκολα το πρόλογο της έκθεσης. Υπέθετε πως έμεναν
αλώβητοι στις θέσεις τους επειδή δεν μπορούσαν να τη βοηθήσουν με το
θέμα της αλλά η αλήθεια είναι πως δε μπορουσαν να τη βοηθήσουν γιατί
ούτε κι αυτοι οι ίδιοι δεν ήξεραν ποιο ηταν το καλυτερο αυριο για το
παιδί τους. Πάλευαν για αυτό μα ποτέ δεν την είχαν ρωτήσει τι ήθελε
πραγματικά εκείνη.
                    Δεν είναι πως πάλευαν με
λάθος τρόπο, ειναι οτι επάνω στη “πάλη” ξέχασαν πως το παιδί δεν έχει
ανάγκη απο μάχες αλλά απο αγάπη και δεν είναι πως δεν την αγαπούσαν απλά
είχαν μάθει πως πρεπει να είναι σκληροί για να επιβιώσουν και ειχαν
ενδομυχα την ιδια απαιτηση και για το παιδί τους.
                  
Ξαφνου οι ματιές τους γλύκαναν και είχαν πλέον αποδέκτη το όμορφο παιδί
τους, το παιδί εκείνο που τους θύμισε πως πάνω απ όλα είναι και πρέπει
να είναι η αγάπη.
                –  Τί θα γίνει; Θα ξεκινήσουμε επιτέλους; Αναρωτήθηκε η μικρή.
                     Οι γονείς της χαμογέλασαν γλυκά και χωρίς να καταλάβει το γιατί, την είχαν ήδη αγκαλιάσει και τη φιλούσαν. 
                    
Της έκανε εντύπωση αυτή η ξαφνική εκδήλωση της αγάπης τους μα δεν
θέλησε ποτέ να μάθει το γιατί! Της αρκούσε που υπηρχε ξανα στη ζωη της!
                   
Ύστερα απο λίγα λεπτά τρυφερών οικογενειάκων στιγμών τα τρια μέλη της
οικογένειας άρχισαν να σκέφτονται το πρόλογο της εκθεσης.
                     
Παρόλο που δε πίστευαν πως θα δυσκολευόντουσαν τόσο πολύ για το
συγκεκριμένο θέμα, η αλήθεια ειναι πως  δυσκολεύτηκαν αρκετά γιατί δεν
ήξεραν απο πού αλλά και πώς να ξεκινήσουν να κάνουν μια εισαγωγή στο
παιδί για να καταλάβει τί ακριβώς πραγματεύεται η έκθεση και να
καταφέρει έπειτα να εισχωρήσει τον εαυτό του μέσα σε αυτό.
                  Ηταν φανερό πως ενώ ήξεραν
διάφορες από τις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν για αυτό το πολυπόθητο «αύριο»,
δε μπορούσαν να τις εκφράσουν με τέτοιο τρόπο που να είναι συμβατό με την
ηλικία της μικρής μα και την ηλικία των συμμαθητών τους, οι οποίοι θα ήταν και
οι αυριανοί αναγνώστες της.
                  Και ξαφνικά η «φώτιση» ήρθε τη
στιγμή που δε το περίμεναν.
                  Η μικρή Μαριτίνα ρώτησε με
μάτια ορθάνοιχτα από την  απορία:
                  – Μα καλά, τόσο δύσκολο είναι
αυτό το καλύτερο αύριο; Εγώ γιατί θεωρώ πως είναι πολύ εύκολο; Το μόνο που
χρειάζεται για να διορθωθεί είναι να σας βλέπω περισσότερες ώρες!
                  Και τότε κατάλαβαν πως το
καλύτερο αύριο είναι το αύριο που μπορεί να βλέπουν μόνο τα αθώα μάτια των
παιδιών όλης της υφηλίου.
                  Μέσα
σε λίγα δευτερόλεπτα και
οι τρεις έπεσαν με τα «μούτρα» στη «δουλειά». Άρχισαν να ανταλλάσουν
απόψεις και ύστερα από λίγη ώρα η έκθεση της μικρης ήταν έτοιμη για να
διαβαστεί και η αλήθεια είναι πως η μικρή Μαριτίνα είχε αναπτύξει και
μάλιστα
με το παραπάνω το δικό της αληθινό καλύτερο αύριο.
                  – Γιαγιά, γιαγιά, τρέξε
γρήγορα να σου διαβάσω την έκθεση μου! Φώναξε όλο χαρά η μικρούλα χοροπηδώντας
δυνατά επάνω στο κρεβάτι της.
                  Η γιαγιά Μαρία μπήκε
χαμογελώντας τρυφερά στο δωμάτιο και κάθισε δίπλα από την υπόλοιπη οικογένεια,
δηλαδή τη μαμά, το μπαμπά και τη πορσελάνινη κούκλα της μικρής για να
απολαύσουν την ανάγνωση της έκθεσης που επιτέλους είχε τελειοποιηθεί.
     
  « Το καλύτερο αύριο στη ζωή των
ανθρώπων θα είναι η ημέρα εκείνη που θα ξημερώσει και παντού στην υφήλιο θα
κυριαρχεί το συναίσθημα της αγάπης.
               Η αγάπη είναι το μόνο συναίσθημα που μπορεί
να οδηγήσει τους ανθρώπους στην απόλυτη ευτυχία.
            Έχω ανάγκη να περνάω
περισσότερο χρόνο με τους ανθρώπους που αγαπώ και νομίζω πως την ίδια ανάγκη
έχουν και αυτοί μαζί μου. Ενώ αυτή η πρόταση ακούγεται τοσο εύκολη στα δικά μου
αυτιά ξέρω πως είναι πολύ δύσκολο να γίνει πράξη και αυτό γιατί κάποιοι άλλοι
αποφασίζουν για εμάς, κάνοντάς μας να υπακούμε θέλοντας η μή στα δικά τους
«θέλω» και στα δικά τους «πρέπει» που υποτίθεται πως γίνονται για το καλό όλων
μας.
            Κι εγώ τώρα
αναρωτιέμαι:
 «Αν
όντως κυριαρχούσε η αγάπη στην εποχή μας, αυτοί οι άνθρωποι που έχουν τη
«δύναμη» και τα «μέσα» για να διαμορφώσουν ένα καλύτερο αύριο για όλους μας, δε
θα το διαμόρφωναν μόνο και μόνο επειδή θα μας αγαπούσαν και θα ήθελαν το καλό
μας;
            Μήπως αν οι «μεγάλοι»
έβλεπαν έστω και για λίγο με τα μάτια των «μικρών» θα μπορούσαν να διακρίνουν
πόσο εύκολη είναι η αλλαγή για ένα καλύτερο αύριο;
            Νομίζω πως αυτό μου το
ερώτημα είναι η λύση για ένα καλύτερο αύριο.
            Αν οι «μεγάλοι»
έβλεπαν με τα μάτια των «μικρών» θα ήξεραν πως το καλύτερο αύριο είναι αυτό που
θα ξεχειλίζει από αγάπη και ευτυχία μέσα από τα μάτια και το βλέμμα όλων μας.
            Αν κάποιος «μεγάλος»
έβλεπε μέσα από τα δικά μου μάτια θα μου χάριζε περισσότερες ώρες με τους
γονείς μου και θα με έκανε πλήρως ανέμελη και ευτυχισμένη. Και σίγουρα δεν είμαι
η μόνη που νοιώθει έτσι. Ειμαι σίγουρη πως πολλά παιδάκια έχουν ως καλύτερο
αύριο αυτό που έχω εγώ στο μυαλό μου σήμερα.
            Αν λοιπόν κάποιος από
αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις του δικού μας μέλλοντος απαγόρευαν στους
γονείς μας να δουλεύουν τόσες πολλές ώρες θα μας πρόσφεραν τόσο απλά και
ανώδυνα αυτό που ονειρευόμαστε.
            Κι όμως κανένας από
αυτούς δε το κάνει, αντίθετα μάλιστα πολλές φορές τουε εξαναγκάζουν
να δουλεύουν ολοένα και περισσότερο με αποτέλεσμα αντί να κάνουν καλύτερο το
αύριό μας να το χειροτερεύουν ολοένα και περισσότερο.
            Αν λοιπόν
λειτουργούσαν με βαση το συναίσθημα της αγάπης θα καταλάβαιναν το πόσο κακό μας κάνουν και
θα το διόρθωναν σε κλάσματα δευτερολέπτου.
            Τελικά το καλύτερο
αύριο είναι το αύριο που καθρεπτίζεται στα μάτια όλων των παιδιών του κόσμου,
γιατί είναι τα μόνα που ξέρουν να κοιτάζουν αληθινά, γνήσια, αθώα και μοναδικά.
            Είμαστε τα μόνα που
μπορούμε να δούμε πέρα από συμφέρον, πέρα από κέρδη, πέρα από ψέματα και πέρα απ’
ότι μπορεί να «μολύνει» τη καθημερινότητα των συνανθρώπων μας. Γιατί είμαστε τα
μόνα που μπορούμε ακόμη να αγαπάμε οτιδήποτε υπάρχει πάνω στη γη που
κατοικούμε!
            Αν κάποιος από όλους
αυτούς που υποστηρίζουν πως μπορούν να μας προσφέρουν ένα καλύτερο αύριο,
αφήσουν για μια φορά στην άκρη τα «γυαλιά» τους και κοιτάξουν με τα μάτια της
παιδικής τους ψυχής, γιατί αυτή υπάρχει σε όλους για να τους θυμίζει πως κάποτε
ήταν και αυτοί παιδιά, τότε και μονάχα τότε θα μπορέσει να δει πόσο εύκολη
είναι η λύση για ένα καλύτερο αύριο.
            Το καλύτερο αύριο για
όλους είμαστε εμείς τα παιδια! Είναι όλα όσα πρέπει να έχουν υλοποιήσει για να
βελτιώσουν τη ζωή μας! Είναι όλα όσα πρέπει να γίνουν για να μη νιώσουν τα
επόμενα παιδιά όπως νιώθω εγώ σήμερα. Όλα όσα πρέπει να γίνουν για να μη νιώσει
κανένα παιδί αύριο όπως νιώθουν πολλοί συμμαθητές μου σήμερα που βλέπουν τους
γονείς τους να μη μπορούν να τους προσφέρουν όλα όσα επιθυμούν. Είναι όλα όσα
οφείλουν να κάνουν αυτοί που μπορούν για να μας χαρίσουν αιώνιο χαμόγελο στα χείλη!
Είναι όλα όσα ονειρεύεται το κάθε παιδί.
Γιατί αυτό είναι το μέλλον της κάθε χώρας.
Τα παιδιά της! Η κάθε χώρα χωρίς τα παιδιά της είναι ένα «τίποτα» και αυτό
γιατί χώρα χωρίς παιδιά δε θα υπάρξει ποτέ!
               Μια χώρα χωρίς
παιδιά θα είναι μια έρημος δίχως όαση! Κανένας δε θα  μπορεί πια να επιζήσει μέσα της
Για το καλό όλων μας λοιπόν, ας αφήσουμε την
αγάπη να κυριαρχήσει στην υφήλιο και ας ονειρευτούμε όλοι μαζι με μάτια ανοιχτά
το αύριο που με τοσο πάθος επιζητούμε.
   
      Το καλυτερο αύριο θα έρθει εάν του το επιτρέψουμε και για να
γίνει αυτό πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε με όλη μας τη ψυχή!»

            –
Μπράβο Μαριτίνα! Πολύ όμορφη και αληθινή η έκθεσή σου. Αποφάνθηκε εμφανώς
προβληματισμένη και συγκινημένη η κυρία Ματίνα.
            Η
Μαριτίνα καμαρώνοντας για την έκθεσή της κατευθύνθηκε με παιδική υπερηφάνεια
προς το θρανίο της και απολάμβανε όλο καμάρι τα χαμόγελα που τις χάρισαν με
απίστευτη θέρμη οι συμμαθητές της.      

kikh

ΕΝΤΡΟΠΙΑ

vasdrag vasdrag
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση