Ax, Κούλα – Κική Κωνσταντίνου

–        
Κούλα,
Ε Κούλα; Ακούγεται μια χοντροκομμένη γυναικεία φωνή από ένα μπαλκόνι, πνιγμένο
κυριολεκτικά από δεκάδες ολάνθιστες γλάστρες.
–        
Έλα
καλέ, τί είναι; Απαντά μια καστανόχρωμη γυναίκα από το απέναντι μπαλκόνι με ένα
κίτρινο ξεσκονόπανο στο χέρι.
–        
Τα
μαθες τα νέα;
–        
Ποιά
νέα;
Η αγωνία είναι ολοφάνερη στον τόνο της φωνή της.
–        
Η
Μαρία του Χατζηαργύρη αρραβωνιάστηκε έναν πλούσιο από το εξωτερικό.
–        
Ποια
καλέ; Η στραβοκάνα;
–        
Ναι
γεια σου! Αυτή! Πήρε έναν πλούσιο γέρο.
–        
Σώπα!
Τον είδες εσύ;
–        
Τον
είδα τις προάλλες που πάρκαρε από κάτω.
–        
Είναι
ωραίος;
–        
Τι
ωραίος καλέ. Γέρος σου λέω, με μια καράφλα να!
Τα δάχτυλα της γυναίκας ενώθηκαν και σχημάτισαν έναν κύκλο.
–        
Τί
φορούσε; Ήταν και η λεγάμενη μαζί του;
–        
Τί
να σου λέω. Το τσόλι! Να την έβλεπες πως καμάρωνε!
–        
Εμ
δεν το ξέρεις! Τα λεφτά αλλάζουν τον άνθρωπο. Τον αποτελειώνουν.
–        
Μμμμμ,
μεταξύ μας, αυτή ηταν αποτελειωμένη από παλιά. Τώρα να δεις πως εχει γίνει. Σα
κότα καμαρώνει. Αλλιά από μας τις δύσμοιρες που πήραμε φτωχαδάκια.
–        
Και
για πες, πώς ηταν το ζευγαράκι; Περπατούσαν χεράκι χεράκι;
–        
Σαν
να έβγαζε βόλτα τον παππού της ηταν.
Οι δυο γυναίκες χαχανίζουν ειρωνικά.
–        
Να
σου πω μαρή, δεν έρχεσαι από δω να τα πούμε; Να ψήσω καφεδάκι;
–        
Έρχομαι,
έρχομαι!
Το κουδούνι της θύρας χτύπησε και
η Κούλα όλο χάρη άνοιξε την πόρτα.
Μια εύσωμη γυναικεία φιγούρα μπήκε
σαν άνεμος στο δωμάτιο και σωριάστηκε στην πρώτη πολυθρόνα που βρήκε μπροστά
της.
–        
Έμαθα
πως αυτός εχει κάνει δυο γάμους και εχει και εγγόνια.
–        
Είναι
καλοστεκούμενος τουλάχιστον;
–        
Κοίτα,
δεν είναι και για «απόσυρση» αλλά όπως και να το κάνεις είναι σαν παππούς της.
–        
Και
για πες, πώς είναι δίπλα δίπλα;
–        
Είναι
για τα καρναβάλια!
Οι δυο γυναίκες ξελιγώνονται στα γέλια
και το απολαμβάνουν.
–        
Αχ
Κούλα. Και να βλεπες τη μικρή πως καμάρωνε δίπλα του. Σαν φρεγάτα κουνιόταν. Α!
Φόραγε και γούνα.
–        
Γούνα;
Βρε το τσόκαρο. Είναι αυτό που λένε «όλα τα χει η
Μαριωρή ο φερετζές της λείπει». Άκου γούνα. Δεν είχε δεύτερο βρακί να βάλει
και θέλει και γούνα.
Τα πρόσωπα των γυναικών ξινίζουν
από απέχθεια.
Η εύσωμη γυναίκα καρφώνει το βλέμμα
της στην μπαλκονόπορτα.
–        
Καλέ
κοίτα απέναντι, η Παναγιώτα κάτι κοιτάζει. Πάμε να δούμε.
Οι δυο γυναίκες βγαίνουν  στο μπαλκόνι και η Παναγιώτα τους γνέφει να σωπάσουν.
Κοιτάνε προς τα κάτω και βλέπουν στο στενό να περπατά ένας καλοστεκούμενος κύριος
και δίπλα του μια πιτσιρίκα να τον συνοδεύει περήφανα.
Ξαφνικά, το τακούνι της μικρής «βρίσκει»
σε μια πέτρα και παραπατάει. Πριν πέσει εντελώς, ο άντρας τη στηρίζει, η νεαρή
του χαμογελάει και συνεχίζουν τη βόλτα τους ακάθεκτοι.
Οι γυναίκες χαμογελάνε συνομωτικά και έπειτα μπαίνουν μέσα
στο σπίτι.
–        
Είδες
Κούλα τί μάτι εχει η Παναγιώτα; Καλά τη λένε γρουσούζα. Τους έφαγε η άτιμη. Κόντεψε
να σπάσει το πόδι η μικρή.
–        
Α
πα πα κάτι άνθρωποι που υπάρχουν…
Τόνισε η Κούλα και οι δυο γυναίκες
ανατρίχιασαν στη σκέψη πως υπάρχουν άνθρωποι που γλωσσοτρώνε άλλους!

kikh

Υμνώντας το Ιόνιο Πέλαγος

SOFIAAGRA SOFIAAGRA
0 δευτ. ανάγνωσης

Δάκρυα

m.thom m.thom
0 δευτ. ανάγνωσης

ΦΩΣ ΣΤΟ ΤΟΥΝΕΛ

vasdrag vasdrag
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση