25η ώρα – Κική Κωνσταντίνου


Εκείνο το
πρωινό, δε θα ήταν ίδιο με όλα τα άλλα.
Το ήξερε!
Το ένοιωθε!
Το ζούσε!
Το μούδιασμα στα
ακροδάχτυλα μαρτυρούσε πίεση, σκέψεις, αγωνία, φόβο!

Ήταν το όνειρο;
Ο εφιάλτης;
Η πραγματικότητα
μας καλοστημένης σκηνής;
Ούτε κι ο ίδιος
ήξερε, ούτε κι ο ίδιος ήθελε να μάθει.

Σηκώθηκε με
δυσκολία από το κρεβάτι και δίχως να σκεφτεί οδηγήθηκε στο μπάνιο.

Κοίταξε το
είδωλό του στο καθρέπτη. Όπως θυμόταν τον εαυτό του πάντα!
Ανοιχτόχρωμη
επιδερμίδα, καστανά μαλλιά, λίγα αξύριστα γένια και δυο μάτια μαύρα που θύμιζαν
χρησιμοποιημένο σπίρτο.

Έριξε νερό με
μανία στο πρόσωπό του και κοίταξε ξανά στον καθρέπτη με την ελπίδα να δει
εκείνη την «λάμψη» στα μάτια του, που την είχε αφήσει κάπου «ποδοπατημένη»
πίσω, στα παιδικά του χρόνια.

Τίποτα!
Καμία λάμψη,
κανένα φως, ίσως μόνο ένας μισοχαλασμένος προβολέας που ξεχάστηκε αναμμένος από
τη χθεσινοβραδινή του παράσταση.

Και τί
παράσταση!
Ωραία παράσταση!

Φώτα!
Κόσμος!
Σαλτιμπάγκοι!
Θεατές!
Μαριονέτες!
Ζώα!
Θηριοδαμαστές!
Χορός!
Κλουβιά!
Γέλια!
Τραγούδια!
Φωνές!
Ρόλοι!
Στρας!
Κραδασμοί!
Ποτά!
Ουσίες!
Καμουφλαρισμένη
ανθρωπιά!
Καμουφλαρισμένοι
άνθρωποι!
Ψυχές
υπενδεδυμένες στο τίποτα!

Κι ένα μαύρο πανί!
Ένα μαύρο πανί
να καλύβει τα πάντα για να τα ξεσκεπάσει μετά και να λάμπουν!
Να λάμπουν τοσο
πολύ, τόσο δυνατά, τόσο εκτυφλωτικά, με σκοπό να θαμπώσουν τους θεατές και τον ίδιο
για άλλη μια «μοναδικά», υπέροχη βραδιά!

Και κάπου εκεί θυμάται!
Βλέπει τον εαυτό
του να χορεύει ξέφρενα κάτω από το μαύρο πανί και εκείνο να τον σφίγγει, να τον
σφίγγει ολοένα και περισσότερο, ώσπου λίγο πριν το τέλος της αναπνοής του, να
τον ελευθερώνει και να του «φορά» ένα νέο χρυσαφί κοστούμι που μοιάζει να είναι
φτιαγμένο από χρυσό!

Και όλα βαδίζουν
καλώς!
Σύμφωνα με το σωστό
σενάριο!
Τη σωστή καθοδήγηση!
Τη σωστή σκηνοθεσία
Κι εκείνον σε
μια ερμηνεία που αξίζει επιβράβευση!

Και όλα πάνε σύμφωνα
με το σχέδιο!
Με τη ζωή!
Με τα παιχνίδια
της, τη θεωρία της, τον «θεσμό» της ύπαρξής της!

Και νοιώθει τέλεια!
Φανταστικά!
Αδρεναλίνη κυλάει
στις φλέβες του και χαμογελά!
Κοιτάζει τον εαυτό
του στο καθρέπτη και επιτέλους το είδωλό του του χαμογελά!

Με λάμψη έντονη!
Αστραφτερή!
Μα ψεύτικη,
καλοσκηνοθετημένη!

Δεν τον νοιάζει!
Του αρκεί που μπορεί να χαμογελά με το πετσί της μάσκας που ονομάτισε Εαυτό!

Και το κουδούνι κροά!

Όλα σκοτεινιάζουν,
γίνονται απλώς το δωμάτιο του μπάνιου κι εκείνος αναρωτιέται! Πονά! Μια γροθιά
στο στομάχι τον κάνει να πονά!

Το κουδούνι χτυπά
ακόμη μια φορά και ο ήχος μοιάζει πιο επίμονος από ποτέ!

Τα χέρια του απλώνονται
στο νιπτήρα, τα δάχτυλα ανοίγουν διάπλατα και μοιάζουν να τρέμουν!

Γέρνει το κεφάλι
στα δεξιά, κοιτάξει εξονυχιστικά προς την έξοδο του μπάνιου και επιστρέφει το βλέμμα
στο αντικατοπτριζόμενο εαυτό του!

Τον κοιτάζει
εντονα, μα άγρια, μαχητικά.

Το κορμί του σφίγγετε,
οι φλέβες ξεπηδούν και το γυμνό του στέρνο μαρτυρά συσσώρευση οργής.

Το κουδούνι ακούγεται
ξανά και εκείνος θυμώνει περισσότερο.
Οργισμένος φεύγει
από το μπάνιο και κατευθύνεται στο σαλόνι.

Μεγάλο σπίτι!
Ευρύχωρο!
Επιβλητικό!
Όμορφο μα υπερβολικά
άδειο για το μέγεθός του!
Ακριβώς σαν τον εαυτό
του!

«Οξύμωρο» σκέφτεται,
κουνά το κεφάλι και κατευθύνεται στην πόρτα που τρίζει από το έντονο κουδούνισμα.

Στέκεται εμπρός
της, ακουμπά το πόμολο μα δεν ανοίγει!
Σκέφτεται!

Το κουδούνι σταματά
να χτυπά!
Σχεδόν μηχανικά κοιτάζει
τον εαυτό του!

Ξυπόλητος, γυμνός
από τη μέση και πάνω και ένα λευκό παντελόνι φόρμας να «σκουπίζει» το πεντακάθαρο,
γυαλιστερό πάτωμα.

Ατενίζει το
βλέμμα στην μισάνοιχτη, τεράστια μπαλκονόπορτα που δε θυμάται από πότε την είχε
ξεχάσει ανοιχτή και θυμάται στο τέλος της, εκείνη την γλάστρα με τα γεράνια!

Η αγαπημένη της
γλάστρα! Η αγαπημένη του γλάστρα!
Μια γλάστρα που άνθισε
σε μια νύχτα και ξεράθηκε σε μια μόνο ώρα!

Είναι η γλάστρα
με τα γεράνια!
Αχ αυτά τα γεράνια!

Το κουδούνι ίσα
που ακούγεται! Σαν ένα αδύναμο δάχτυλο να προσπάθησε να το χτυπήσει!

Με απότομη κίνηση
ανοίγει τη πόρτα!

Στέκει ακίνητος!
Μοιάζει χαμένος!
Μα ξέρει!
Το ήξερε!
Πάντα ήξερε πως
θα έρθει αυτή η στιγμή, αυτή η ώρα!

«Εσύ;;;» Ρωτά υποδύοντας
τον ανήξερο, έναν ακόμη καμουφλαρισμένο ρόλο!

«Ναι! Εγώ!» Ακούστηκε
μια λεπτή, γυναικεία, μυστηριώδες φωνή.

Ο άντρας δεν απάντησε.
Το βλέμμα του όμως είπε πολλά.

«Με περίμενες, έτσι
δεν είναι! Ήξερες πως θα ρθω! Όλοι ξέρετε πως καποια στιγμή θα έρθω!»

Ο άντρας σάστισε.
Ήξερε αλλα δεν ήθελε να το παραδεχτεί, δεν ήθελε να το πιστέψει. Δεν είναι και εύκολο
να παραδεχτείς πως είσαι μια κινουμένη μαριονέτα στο προσωπικό σου θίασο…

Το δεξί του χέρι
χάιδεψε νευρικά την αριστερή πλευρά του λαιμού του. Η δυσμορφία στο πρόσωπο και
η συνοφρύωση των φρυδιών του μαρτυρούσαν αγωνία, φόβο και πίεση.

Παρατήρησε πως η
πόρτα ηταν μισάνοιχτη. Την άνοιξε προσεκτικά προς τα πίσω και το περιεχόμενο
που κρυβόταν ή φανερωνόταν πίσω από το κατώφλι της εισόδου ηταν όμορφο μα άκρως
επιβλητικό και παράξενο.

Μια ψιλόλιγνη γυναικεία
φιγούρα στεκόταν σαν ορόσημο μπροστά του.
Ήταν ψιλή, αρκετά
ψιλή για γυναίκα. Υπερβολικά αδύνατη μα με ένα μακρύ εκρού φουστάνι που θύμιζε δαντελένια
νυχτικιά.

Πρόσεξε τα κόκαλά
της. Προεξείχαν σχεδόν από παντού.
Τα μάτια της
ηταν μικρά, στρογγυλά και καφέ. Οι βλεφαρίδες μακριές και πυκνές. Τα χείλη της
κοραλλί και λεπτά.

Τα γυμνά σημεία
του σώματός της, τα χέρια, ο λαιμός και το πρόσωπό της φανέρωναν την χλωμή της
επιδερμίδα.

Το φόρεμα κυριολεκτικά
αγκάλιαζε το πάτωμα γύρω της. Ένοιωσε άβολα που είδε στην άκρη του φορέματος να
αχνοφαίνονται καποια δάχτυλα από τα κάτω άκρα της. Μα πιο άβολα ένοιωσε όταν παρατήρησε
κάτι καφέ «σχοινιά» να πλαισιώνουν σαν χορδές οργάνων το φόρεμά της.

Κοίταξε από κάτω
προς τα πάνω και ακολούθησε κατά μήκος αυτά τα σκοινιά που όχι μονο «έγλυφαν»
το πάτωμα αλλά έμοιαζαν να το εξουσιάζουν κιόλας.

Ανέβηκε σιγά σιγά
με το βλέμμα και κατέληξε στην κορυφή της κεφαλής της.
Αυτά τα σχοινιά,
αυτές οι χορδές δεν ηταν τίποτε άλλο από τα μαλλιά της. Περίεργα μαλλιά. Μαλλιά
σαν ρίζες!

«Όμορφη μα και κάπως
φοβιστική σκέφτηκε κοιτάζοντάς την εξονυχιστικά.

«Ξέρεις ποιά είμαι,
έτσι δεν είναι; Με περίμενες άλλωστε» Ακούστηκε η λεπτή φωνή της.
«Ναι νομίζω πως
ξερω ποια είσαι και ομολογώ πως άργησες!». Σχεδόν τη μάλωσε με το βλέμμα.
«Κι όμως έρχομαι
πάντα τη κατάλληλη στιγμή» Συνέχισε.
«Και τί ήρθες να
μου δώσεις;» Ρώτησε με φωνή και βλέμμα που μαρτυρούσαν λαγνεία.
«Να δώσω; Όχι
δεν ήρθα να δώσω!» Τον αποστόμωσε.
«Αλλά;» Ρώτησε αποσβολωμένος.
«Είμαι η 25η
ώρα και ήρθα να πάρω!» Η φωνή της βούηξε και τράνταξε στο χώρο.
«Να πάρεις;» Αναρωτήθηκε
με μάτια που μαρτυρούσαν φόβο.
«Ποτέ δε κατάλαβα
γιατί οι άνθρωποι θεωρείτε πως πάντα η ζωη σας χρωστάει και εσείς δε της χρωστάτε
τίποτα, τη στιγμή που σας χάρισε το μεγαλύτερο δώρο!» Η φωνή της πιο τρανταχτή
από ποτέ αντήχησε στα αυτιά του.

Έκανε ένα βήμα πίσω!
Όχι δε το περίμενε αυτό και δεν το ήθελε!

Το δεξί χέρι της
γυναίκας τεντώθηκε προς τη μεριά του. Η παλάμη της τον προέτρεψε να την ακολουθήσει.

Το κάλεσμά της
ηταν σαφές!

Κούνησε το
κεφάλι του αρνητικά. Το χέρι της 25ης ώρας έμεινε εκεί να τον κοιτά κατάματα.
Το βλέμμα της πυρακτωμένο τον έκαψε.

Ο νεαρός άντρας γνωρίζοντας
πως δε μπορεί να κάνει τίποτα για να αποτρέψει το κάλεσμα της γυναίκας ανταποκρίθηκε
διστακτικά και προσφέροντας το χέρι του έκλεισε τα μάτια.

Τικ…. 
Τακ…
Τικ…
Τακ…

Οι πατούσες μαρτυρούσαν
το δρόμο…..

Με δυσκολία άνοιξε
τα μάτια και είδε μπροστά του μια φωτεινή ευθεία. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πολλά
ακαταβίστικα πράγματα και θόρυβος που μαρτυρούσε ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή. Ήταν
θολά όμως και δε μπορούσε να διακρίνει τίποτα εκτός από σκιές και θορύβους.

Μόνο μπροστά μπορούσε
να διακρίνει φώτα. Φώτα που όσο πλησίαζε κοντά τους γινόντουσαν ολοένα και πιο εκτυφλωτικά.

Ξαφνικά το φως
τον θάμπωσε. Πήρε το χέρι του από το χέρι της 25ης ώρας και το έφερε
στο πρόσωπό του για να το προφυλάξει από το έντονο φως.

Άκουσε κορναρίσματα.
Φανέρωσε τα μάτια με δυσκολία και μέσα σε μια κατάσταση με πυκνό λευκό χρώμα
είδε ένα αυτοκίνητο να κατευθύνεται με μεγάλη ταχύτητα επάνω σε ένα μικρό παιδί.

Δίχως να σκεφτεί
τίποτα και κανέναν έτρεξε προς τη μεριά του παιδιού, το έσπρωξε και παίρνοντας
τη θέση του έκλεισε και πάλι τα μάτια του γιατί δεν άντεχε άλλο το έντονο φως
που τον ζάλιζε ολοένα περισσοτερο.

Και ξαφνικά
ανοίγει τα μάτια, ένας δυνατός κρότος βγαίνει από το λαιμό του και
συνειδητοποιεί πως στέκει ολομόναχος μπροστά στον καθρέπτη του μπάνιου.

Πιάνει το λαιμό
του και τρομαγμένος συνειδητοποιεί πως νοιώθει σα να ανασαίνει για πρώτη φορά.

Περνάνε λίγα λεπτά
ώστε να ανακτήσει τον  έλεγχο και να
ηρεμήσει. Έπειτα αποφασίζει να κατευθυνθεί στο σαλόνι.

Έκπληκτος
συνειδητοποιεί πως η πόρτα του σπιτιού είναι ανοιχτή. Είχε όντως επισκέψεις….

Ατενίζει το
βλέμμα στη μισάνοιχτη βεράντα! Θυμάται τη γλάστρα, τη γλάστρα με τα γεράνια! Στο
νου του έρχεται η εικόνα της μητέρας του! Πόσο τα αγαπούσε!

Κατευθύνεται
βιαστικά προς τη βεράντα! Βγαίνει έξω και με πια πνοή κοιτάει στο τέλος της.
Είναι εκεί! Τη βλέπει!

Πλησιάζει τη
γλάστρα και έκπληκτος συνειδητοποιεί πως δίπλα από το μαραμένο φυτό, εχει
ανθίσει ένας νέος πράσινος βλαστός.

Σκύβει, τον
μελετά προσεκτικά και χαμογελάει μουδιασμένα. Τον αγγίζει απαλά και λέει:

«Τώρα ξερω! Η 25η
ώρα είναι η ώρα που ξεπληρώνουμε στη Ζωή, τη Ζωή με μία νέα Ζωή!».

Ένα μικρό αεράκι
σαν ανάσα ήχησε στο χώρο και σχεδόν απαλά του φίλησε το μάγουλο…..

kikh

Γκρίνια – Κική Κωνσταντίνου

kikh kikh
0 δευτ. ανάγνωσης

Η αυτονόητη πολυχρωμία

dionidim dionidim
1 δευτ. ανάγνωσης

ΖΗΣΕ

vasdrag vasdrag
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση