miltos Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1954. Σπούδασα στην Ανωτέρα Σχολή Ηλεκτρονικών. Ήρθε ο καιρός να σκαλίσω παλιές συνήθειες στο γράψιμο πεζών. www.moschosbooks.gr - mmoshos@gmail.com

Η Κακομοίρα

Χρόνια ατέλειωτα, τον άντρα της τον βλέπει για λίγες μέρες το
χρόνο, άντε με το ζόρι να είναι για 2 βδομάδες, το πολύ 1 μήνα. Μετά;
αυτός φεύγει πάλι για δουλειές που κρατάνε όλο τον επόμενο χρόνο. Από τότε που παντρεύτηκαν, αυτό γινόταν. Ένας χρόνος απουσίας, λίγες μέρες μαζί και άντε πάλι απ’ την αρχή.
 
Βέβαια τα λεφτά ήταν πολλά. Βλέπεις ο εργοδότης πληρώνει καλά τις
δύσκολες δουλειές, και όταν σε κρατάει μακριά από το σπίτι σου για ένα
χρόνο, σίγουρα την κάνει δύσκολη τη δουλειά.
Αλλά καλά τα λεφτά. Ααα! δόξα τω Θεώ.
Αλλά και η  Σάσα, βράχος και ηθικής, και οικονομίας. Χάλαγε τα δυνατόν λιγότερα. Τι έγινε δηλαδή που τρώνε σπίτι περισσότερα ρεβίθια από κρέας;
Δεν κατάλαβα, τι έχουν τα ρεβίθια;
Πώς μεγάλωσαν οι γονείς μας; με κρέας; Όχι βέβαια, με λαχανίδες μεγάλωσαν.
Έπαθαν κάτι; δεν έζησαν;
Εγώ τουλάχιστον τρώω ρεβίθια, κάτι είναι κι’ αυτό.
Ε, εντάξει λίγο φούσκωμα περισσότερο το έχουν, λίγο στρίμωγμα των κοιλιακών συστημάτων, και αυτό είναι όλο.
Και εδώ που τα λέμε, τι το φτιάξαμε μωρέ το βεσεδάκι μας; για πλάκα
το έχουμε; Το χρυσοπλήρωσα και θα το εκμεταλλευτώ στο έπακρο.
Ρεβίθι, φασόλια και φακές. Είναι πολύ φτηνά, άσε που βρήκα και ένα
μπακάλικο στην πέρα γειτονιά που φέρνει τέτοια πράγματα από την αραπιά, πάμφθηνα σου λέω. Εε!, θέλουν λίγο βράσιμο περισσότερο, αλλά στο τέλος τρώγονται.
1,6 ευρώ τα βρίσκω στον Σκλαβενίτη, 1,58 σ’ αυτόν. Και τι έγινε που
περπατάω καμιά ώρα για να φτάσω εκεί. Ο γιατρός δεν μου είπε να
περπατάω;
Γι’ αυτό το κάνω, δεν το κάνω για τα 2 λεπτά που έχουν διαφορά.
Απ’ την άλλη όμως, για σκέψου και τα οφέλη!
Χοληστερίνη μηδέν, σάκχαρο κάτω του μηδενός, και δύο ολόκληρα σέντς καθαρά στην τσέπη.
Ο λογαριασμός αυγάταινε συνεχώς. Σαν άλλη γρια-Σκρούτζ, τα βράδια με την αδύναμη λάμπα, που είχε φροντίσει να αγοράσει, αυτή μωρέ με τα λίγα watt, αντί να μετράει λίρες, μέτραγε βιβλιαράκια καταθέσεων.
Σιγά μη στραβωθώ. Δεν έχεις ακούσει μωρή που λέει η τηλεόραση, ότι ο
πλανήτης έχει πρόβλημα και πρέπει να κάνουμε οικονομία στο ρεύμα;
Ε, τα παραλές τώρα, το φως του μπαλκονιού, όταν δεν ανάβει η λάμπα
του δρόμου, την ανάβω. Αφού μωρέ η λάμπα του Δήμου είναι στα 10 μέτρα πιο κει και φεγγάει όλος ο δρόμος.
Εμ, βέβαια που θα τους άφηνα εγώ. Τους έπαιρνα μέρες τηλέφωνο να τους πω να αλλάξουν την καμένη λάμπα, δεν κατάλαβα, δεν τους πληρώνω φόρους;
Από τότε που δεν το ανάβω έχω δει μείωση στον λογαριασμό της ΔΕΗ, τουλάχιστον 5 ευρω πιο κάτω έρχεται από τότε.
Τι λες κουκλίτσα μου! 5 από δω, 5 από κει, ξέρεις πόσα μαζεύονται;
Οι φίλες της, αν και οι άντρες τους δεν έβγαζαν τόσα πολλά, όλο
τσάντες αλλάζαν, πότε με σχέδια, πότε με κροκοδειλάκια, πότε με
φιογκάκια, αλλά αυτή βράχος. Και μια σακούλα από το super market κάνει τη δουλειά της. Δηλαδή δεν κατάλαβα, τα ίδια πράγματα δεν χωράει κι η σακούλα, και η φιρμάτη τσάντα;
Του τάγραφε και στα γράμματα, «άντρα μου, έχω να αγοράσω τσάντα 7 χρόνια, μια χαρά κάνω τη δουλειά μου και μ’ αυτές. Εγώ τα λεφτά που βγάζεις τα σέβομαι, εξ’ άλλου έχουμε να αγοράσουμε και σπίτι, έτσι δεν είναι;»
Έτσι είναι, της έγραφε αυτός, αλλά εντάξει δεν χάθηκε κι ο κόσμος αν
αγοράσεις και συ κάτι, γυναίκα είσαι. Φτάνουν τα λεφτά, πάρε κάτι και
στα παιδιά.
«Άντρα μου εσύ κοίτα να είσαι καλά, και άσε με εμένα, να στα κανονίσω όπως ξέρω».
Και εξ’ άλλου τσάντα έχω, εντάξει δεν είναι και τίποτα φιγουρίνι, αν
και να σου πω, εμένα το ξέρεις, μου αρέσουν τα απλά πράγματα.
Και εξάλλου η Σάσα, σε έναν γάμο θα μπορούσε να πάει, και αυτή που
έχει, της την είχε δώσει η μάνα της, που έβλεπε πόσο «οικονόμα» ήταν η κόρη της και την έπιανε κατάθλιψη.
Άσε που κάθε λίγο και λιγάκι οι φίλες της την καλούσαν να πάνε έξω.
Ααα!, δεν πάει άλλο, αυτές βάλθηκαν να με ξετινάξουν, επειδή αυτές
δεν έχουν ποτέ τους ένα φράγκο μαζεμένο στην άκρη, τόβαλαν σκοπό να γίνω και εγώ σαν τα μούτρα τους.
Ααα, όλα κι’ όλα, τέρμα οι κακές παρέες.
Όταν λέει έξω η Σάσα, μη φανταστείς ότι λέει για κανένα ξενυχτάδικο,
όπου χαλάς πάνω από 100 ευρω. Για το σουβλατζίδικο λέμε, μια μπύρα μια πατάτες και ένα σουβλάκι, άντε όλα μαζί να κάνουν 7 ευρω.
Α, όλα και όλα, ως εδώ και μη παρέκει. Φίλες τέλος.
Εξ’ άλλου τι τις θέλω τις φίλες; έχω τα παιδιά μου να μεγαλώσω, άσε
που κάποιες φίλες μπορεί να σου βάλουν τον διάολο μέσα σου, και να
τινάξεις το σπίτι σου στον αέρα.
Τι λες μωρέ! Και τι έγινε που δεν πήγα ποτέ μου θέατρο. Βάζει η
τηλεόραση κάτι ωραία θέατρα, το ραδιόφωνο κάτι ωραία τραγούδια, δεν τάχω ανάγκη εγώ αυτά. Ας πάνε οι άλλες, εγώ έχω έναν σκοπό, και ο άντρας μου δεν δουλεύει τόσο σκληρά για να τα τρώω εγώ σε χαζοέργα.
Τα παιδιά;, τι τα παιδιά;, τι θα πάθουν τα παιδιά;
Ουυυυ, έχουν καιρό μπροστά τους να πάνε να διασκεδάσουν, και θέατρα και σινεμά, κι ότι τραβήξει η ψυχή τους. Μικρά είναι ακόμα, όταν μεγαλώσουν ας κάνουν ό,τι θέλουν. Εξ’ άλλου όταν μεγαλώσουν θα βρουν από μένα και τον πατέρα τους μπόλικα λεφτά, και θα μπορούν να τα χαλάνε όπως τους αρέσει.
Και να σου πω τη μαύρη αλήθεια;
Δεν μου αρέσουν μωρέ τα θέατρα, με πιάνει ύπνος εκεί μέσα, και αν με
πιάσει ύπνος, τσάμπα θα πάει και το εισιτήριο. Αν ήταν σαν αυτά που
μοίραζε η Εργατική εστία, εντάξει να προσπαθήσω να μείνω ξύπνια.
Α, πα, πα, πα!
Κάθομαι και κοιτάω το σπιτάκι που αγοράσαμε με τα λεφτά 5 χρόνων. Αχ, τι ωραίο που είναι!
Και τι θέλεις να πεις; τι είναι προτιμότερο, το σπίτι που αγοράσαμε ή τα θέατρα που πήγαν όλες οι άλλες;
Εμένα μου έμειναν τουλάχιστον πέντε ντουβάρια, σ’ αυτές τι έμειναν; τα προγράμματα από τα θέατρα;
Δεν ξέρουν μάτια μου να διαλέξουν το καλύτερο, σκορποχέρες είναι, μια ζωή στα λούσα και στη πείνα.
Τι είπες; και εγώ πεινάω;
Τι λέτε μωρέ; Έχω αφήσει ποτέ τα παιδιά νηστικά;
Γιατί, δεν κατάλαβα, και τι έγινε που τα ξεγελούσα με περισσότερο ψωμί, από όσος ήταν ο κιμάς στα μπιφτέκια;
Νααα! τα κάνανε, και το πιάτο γλύφανε, και μου ζητούσαν και άλλο,
αλλά τους έδινα ψωμί να φάνε και χόρταιναν. Αχ, μωρέ πώς τα χαλάτε τα παιδιά!
Όχι, αν δεν με πιστεύεις ρώτα τα, κατάλαβαν ποτέ ότι έτρωγαν ψωμομπίφτεκο; Ποτέ.
Εγώ μάτια μου δεν ξοδεύω τα υλικά της κουζίνας έτσι, επειδή το λέει η
συνταγή που έγραψαν κάτι σουραβλίτες, που το παίζουν μετρ. Αν θες
συνταγή ρώτα εμένα να σου πω.
Πιάνουν και βάζουν μέσα στα γλυκά 8 κιλά ζάχαρη. Θα πεθάνετε μωρέ από το σάκχαρο. Πέντε κιλά λέει η συνταγή, 2 εσείς. Μια χαρά βγαίνει το γλυκό. Ναι σιγά μη δεν τρώγεται, δεν σας έμαθαν ποτέ ότι «ου εν τω πολλώ το ευ»;
Μου το παίζετε και γραμματιζούμενες.
Αι στο διάολο από δω.
Του χρόνου νάρθεις να μου πεις, που ετοιμάζομαι να αγοράσω εκείνο το
οικοπεδάκι. Και σε άλλα 5 χρόνια – νάναι καλά ο αντρούλης μου – θα το κτίσουμε δίπατο. Ένα για κάθε παιδί. Να δω τα μούτρα σας μετά, που δεν έχετε να παντρέψετε βρε κακομοίρηδες τα παιδιά σας. Τι θα τους δώσετε βρε για προίκα; τα θέατρα, τις εξόδους σας, ή τα σουβλάκια που
καταβροχθίσατε τόσα χρόνια;
Αλήθεια, τώρα που το λέω, ακριβό βρε παιδί μου το σουβλάκι. Άκου εκεί
ένα καλαμάκι 1,5 ευρω. Βρε εγώ, 1,5 ευρω χαλάω σε μια βδομάδα.
Και όταν είμαι έξω και διψάσω σιγά μη πάρω νερό από το περίπτερο. Ξέρεις πόσο το έχουν πάει; 50 λεπτά για ένα μπουκαλάκι, οι μαυραγορίτες.
Τι είναι βρε το νερό; χρυσόνερο; αϊ να χαθείτε κλέφτες.
Βαστιέμαι, γυρνάω σπίτι μου, και πίνω όσο θέλω.
Όχι μωρή παγωμένο, από τη βρύση, δεν έχεις ακούσει ότι αν ανοίγεις το ψυγείο συνέχεια, φεύγει η ψύξη και τότε κακομοίρα μου να δεις πόσο θα πληρώσεις στη ΔΕΗ!
Τι έλεγα; Ααα!, ναι, για το σουβλάκι.
Ευτυχώς που τους πήρα ένα μόνο, και έφαγαν από μισό ο καθένας τους.
Τους έδωσα να πιουν πολύ νερό, και φούσκωσαν. Δεν χωρούσε άλλο το
στομάχι τους. Μετά που μου ζήτησαν χωνάκι από το ζαχαροπλαστείο, σιγά μη τους έκανα και αυτή τη χάρη. Και του περίπτερου το χωνάκι μια χαρά τους βόλεψε, αλλά και αυτό ακριβό βρε παιδί μου, δεν με φτάνουν τα λεφτά που παίρνω κάθε μέρα στη βόλτα μας.
Ναι, μωρέ, σιγά τώρα, άλλη ποιότητα το χειροποίητο του κυρ-Γιάννη και άλλη ποιότητα της ΦΑΓΕ!
Κατ’ αρχάς με τα ίδια λεφτά που παίρνω 2 παγωτά της ΦΑΓΕ παίρνω μόνο ένα από τον κυρ-Γιάννη. Να! πως μένει ακόμη 1 ευρω στην τσέπη.
Δε φτάνουν τα λεφτά κυρά-αποτέτοια μου, αν δεν κάνουμε οικονομία, θα πεινάσουμε.
Δεύτερον, γιατί λέτε ότι έχει κακή ποιότητα η ΦΑΓΕ; αυτοί τουλάχιστον
φτιάχνουν το παγωτό με μηχανές, που δεν τις αγγίζει ανθρώπου χέρι, ενώ ο κυρ-Γιάννης, πού ξέρω εγώ τι έκανε με τη γυναίκα του χθες βράδυ, πιο καθαρά χέρια έχει ο κυρ-Γιάννης; και θα πληρώσω ακριβότερα το παγωτό και θα έχει χώσει τις χερούκλες του στο παγωτό; άσε με καημένη, ΦΑΓΕ και πάλι ΦΑΓΕ.
Πες του να το φτηνύνει όσο και η ΦΑΓΕ, και τότε… θα τους παίρνω παγωτό από αυτόν. Α, με πρήξατε πια!
Όλο παγωτά είστε για τα παιδιά σας, αλλά προχθές μούλεγες ότι δεν σου
φτάνουν τα λεφτά. Καλά εδώ, που τα λέμε και εγώ δύσκολα τα φέρνω βόλτα.
Να σκεφτείς ότι μου φεύγουν στο super market γύρω στα 125 ευρω τον μήνα. Δεν με φτάνουν με τίποτα. Τι πάει να πει, και τι τα κάνω τα λεφτά του άντρα μου; βαστάω για το σπίτι 200 ευρω και τα υπόλοιπα 4800 τα βάζω στην άκρη, ξέρεις πόσο ακριβά είναι τα πλακάκια που θέλω να αγοράσω; Τι ποιανού σπιτιού, μωρέ; Δε σου είπα ότι σε 5 χρόνια σκοπεύω να κτίσω;
Ε, ναι από τώρα μαζεύω, κακό κάνω;
Προχθές να δεις πλάκα, που καθόμουν, ούτε που θυμάμαι, 3; 4; ώρες,
δεν θυμάμαι σου λέω, μη με πιέζεις, στην ουρά του ΙΚΑ, πώς τους τρέλανα τους άλλους που περίμεναν μαζί μου.
Μου λέει μία απ’ αυτές, «καλέ κυρία, σας σκίστηκαν οι πόντοι από το καλσόν».
Που να μου περισσέψουν καλή μου με τόσο λίγα λεφτά που παίρνω, ν’ αλλάζω κάθε   6 μήνες καλσόν;
Κάθε 6 μήνες, μου λέει;
Ε, δεν κρατάνε και τόσο πολύ, φυσιολογικά τους χάσατε τους πόντους, μου λέει η καντύλω.
Χαμηλόμισθη και σεις; πόσα μπαίνουν στο σπίτι αν επιτρέπεται; με ρωτάει.
Πέντε της λέω.
Πέντε! αχ!, βρε δύστυχη και πώς τα βγάζεις πέρα; Έχεις και παιδάκια;
Εμ , πώς, δεν έχω; δύο τάχω.
Να σου ζήσουν δύστυχη. Μα πες μου, πώς τα βγάζεις πέρα;
Η καρδούλα μου το ξέρει, γιατί νομίζεις ότι ξεροσταλιάζω εδώ στην
ουρά τόσες ώρες; αν μου περίσσευαν θα πήγαινα σε έναν γιατρό να με δει, θα τούδινα και 10 ευρω και τέλος.
Εμ, βέβαια με πέντε κατοστάρικα που παίρνεις, δίκιο έχεις.
Η χαζή όταν της είπα πέντε, νόμισε κατοστάρικα, πού να της έλεγα πέντε χιλιάδες.
Ε, και τι θες τώρα, γιατί να δώσω του ιδιώτη γιατρού 10 ευρω, του τα
χρωστάω; και τι έγινε που περίμενα 3 ώρες στην ουρά του ΙΚΑ; ίσα-ίσα
έκανα και φίλες σαν αυτή την κυρία, που νόμισε ότι παίρνω πέντε.
Να φροντίσω μόνο να μη γνωρίσει καμιά άλλη φίλη μου, και της
ξεφουρνίσουν οι άλλες, ότι παίρνω πέντε χιλιάδες. Ξέρεις τι είναι το
κακό μάτι και η γλωσσοφαγιά;
A, πα, πα!
Καλύτερα να με λυπούνται, παρά να με γλωσσοτρώνε!
Πέντε σπίτια έχουμε αγοράσει μέχρι τώρα με τα λεφτά του αντρούλη μου.
Τουλάχιστον στα γεράματα μας θα κάνουμε μια άνετη ζωή δίπλα στη σόμπα με τα ξύλα. Δεν το ξέρεις; άκουσα ότι το καλοριφέρ κάνει κακό σε μας τους μεγάλους, δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά αυτό άκουσα, σόμπα και πάλι σόμπα. Και η γιαγιά μου μια ίδια είχε. Και τώρα που το σκέφτομαι, τα ξύλα είναι πιο φτηνά από το πετρέλαιο.
Θα ζεσταίνουμε εκεί πάνω και τα ρεβιθάκια μας, μια χαρά θα είμαστε με τον αντρούλη μου.
Αν έχουμε δόντια ακόμα, μπορεί να φάμε και κανένα σουβλάκι από τα παιδιά μας!
Τόση περιουσία τους αφήνουμε.
Αν και τα ρεβίθια νομίζω, ότι δεν ανεβάζουν την χοληστερίνη, ενώ το σουβλάκι θαρρώ, ότι κάνει κακό.
Ρε δε πάει στο διάολο το κολοσουβλάκι! Άστο καλύτερα, ρεβίθι με μπόλικο χυλό, ότι πρέπει είναι!

miltos
miltos Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1954. Σπούδασα στην Ανωτέρα Σχολή Ηλεκτρονικών. Ήρθε ο καιρός να σκαλίσω παλιές συνήθειες στο γράψιμο πεζών. www.moschosbooks.gr - mmoshos@gmail.com

Μέτραγε τα πάντα

InnerVoice InnerVoice
0 δευτ. ανάγνωσης

Σκηνή 101

YorgosKroustalis YorgosKroustalis
0 δευτ. ανάγνωσης

Ο κόσμος μου

YorgosKroustalis YorgosKroustalis
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση