Το σπήλαιο

Τυχεροί, όσοι τις αλυσίδες έσπασαν

Κι από του σκοταδιού το βάρος, αυτοί απέδρασαν.

Είδαν τα δέντρα να ορθώνονται ψηλά

κι ο αέρας να τους αγγίζει απατηλά

Είδαν όντα στον αέρα να πετούν

κι άλλα στη γη να περπατούν

Είδαν πολύχρωμα λουλούδια να ανθίζουν:

¨Τι ωραία που μυρίζουν !”

Περπάτησαν σε χώμα μαλακό

φτιαγμένοι είναι απ’ τον ίδιο αυτό πηλό.

Όταν το κεφάλι έγειραν ψηλά,

αντίκρισαν, πόθεν πηγάζει τούτη όλη η ομορφία.

Στη ροή του ποταμού, στα διάφανα νερά

κατάλαβαν, ότι χρόνος πίσω δεν γυρνά.

Κι από του σκοταδιού το βάρος, αυτοί απέδρασαν

Όσες πίστεψαν σκιές, τις ξέχασαν.

NtinosLo

Αφήστε μια απάντηση