Σαν μωρό παιδί

  Την αγαπούσε σαν αδερφή της άλλα την είχε κουράσει αυτό το εξεταστικό βλέμμα. Αυτή η ψυχολογική πίεση που της ασκούσε. Ήθελε λίγο να αποτραβηχτεί για να ξαναβρεί το χαμένο εαυτό της. Δεν έφταιγαν οι άλλοι που τον είχε χάσει αλλά εκείνη γιατί είχε δώσει σε όλους από ένα αντικλείδι να μπαινοβγαίνουν στην καρδιά της άνευ λόγου και αιτίας. Είχε σκορπιστεί για κάμποσο καιρό στο πουθενά. Είχε δώσει κομμάτια από την ψυχή της παίρνοντας μόνο ψίχουλα. Αυτό τη προκαλούσε τόσο πόνο. Μήπως όμως δεν το ήξερε κάθε φορά με ποιον είχε να κάνει. Όμως εκείνη, αντί να υψώσει τείχη από την αρχή και να αφήσει στον άλλον τη μαγκιά -αν είχε- να τα κατακτήσει, αφηνόταν σαν φτερό στον άνεμο.

  Αυτή η εξάντληση που αισθανόταν καθρεπτιζόταν παντού στο γέλιο της , στην ομιλία της , στις κινήσεις της. Άρχισαν να γίνονται δύσκαμπτα, να χάνουν το ρυθμό τους, να χάνουν τη λάμψη τους. 

  Πέρασαν μέρες, μήνες χρόνια ώσπου αποφάσισε σιγά – σιγά να απομακρυνθεί από ότι την χαλάει .Άρχισε να προσέχει περισσότερο τον εαυτό της. Να τον ντύνει καλύτερα . Να τον αγαπάει . Να τον φροντίζει. Να τον πηγαίνει ταξίδια . Να το νταντεύει σαν μωρό παιδί. Και το είχε τόσο ανάγκη το ντάντεμα . Και το είχε τόσο ανάγκη το χάιδεμα. Χρόνια ταλαίπωρος αυτός ο καημένος εκλιπαρούσε γι αυτό. Σαν τη θάλασσα που περιμένει να βγει ο ήλιος για να γαληνέψει. Να κοπάσουν οι άνεμοι για να ημερέψει. 

pepita

Αφήστε μια απάντηση